τζαγγια (τα)…

τζαγγία (τὰ), πρακτικώτατα ὑποδήματα τῶν Βυζαντινῶν, ποὺ εἶχαν πολὺ μεγάλη ἀπήχηση, τόση, ὥστε ἔμεινε ἐξ αὐτῶν ὁ ὑποδηματοποιὸς νὰ καλῆται τζαγγάριος, τζαγγάρης (>τσαγκάρης).